Παιδί Παιχνίδι Πόλη












#Θέμα: Παιδί Παιχνίδι Πόλη
#Φοιτήτριες: Θανάση Μυρτώ, Φορούλη Μαρία Ιωάννα
#Χρονολογία: 2014
#Μάθημα: Ερευνητική εργασία
#Σχολή:  Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΕΜΠ
#Επιβλέπων: Νικόλαος Ίων Τερζόγλου 
link τεύχους: link τευχους




κείμενο περιγραφής:

«Η ιδιορρυθμία του δημόσιου χώρου, είναι ότι αντίθετα από τους χώρους, οι οποίοι αποτελούν έργο των χεριών μας, δεν επιβιώνει της δραστηριότητας που τον γεννά, αλλά εξαφανίζεται όχι μόνο με τον διασκορπισμό των ανθρώπων [...] αλλά, με την εξαφάνιση ή την αναστολή των ίδιων των δραστηριοτήτων. Βρίσκεται δυνητικά εκεί όπου συναθροίζονται οι άνθρωποι, αλλά μόνο δυνητικά, ποτέ αναγκαία και ποτέ για πάντα».
 Hannah Arend

 Αν αναλογιστούμε το περιεχόμενο της φράσης της Hannah Arendt και προσπαθήσουμε μέσα από την οπτική της γωνία να κατανοήσουμε και να ερμηνεύσουμε το δημόσιο χώρο της πόλης είναι πιθανή μια διαπίστωση που αναιρεί την ύπαρξή του. Όχι την υλική του υπόσταση ως χώρος που εξυπηρετεί την πόλη στις μετακινήσεις, τις συνδέσεις, τις προβολές των στατικών επιλεγμένων εικόνων της, αλλά ως ένα ρευστό πεδίο, χώρο ουσιαστικής δραστηριοποίησης και έκφρασης ατόμων και κοινωνικών ομάδων, χωρίς αποκλεισμούς, ο οποίος επιτρέπει και εμπνέει την  αναδιαμόρφωση και τον επαναπροσδιορισμό της κανονικότητάς του, την αλληλεπίδραση και την εξέλιξη. Η στατικότητα του σχεδιασμού του οδηγεί στη λήθη των ετεροτήτων, και τελικά στον αποχαρακτηρισμό του ως σύνολο χώρου που απευθύνεται ελεύθερα προς οικειοποίηση, περιθωριοποιώντας ομάδες και δραστηριότητες από το πλαίσιό του.

Επιδιώκουμε έτσι, την αναζήτηση ενός τρόπου ο υλικά πεπερασμένος χώρος της πόλης, να διευρυνθεί χρονικά και λειτουργικά, έχοντας δύο διαφορετικές αφετηρίες, οι οποίες μοιράζονται το χαρακτηριστικό αποκλεισμού από την πραγματικότητα της, την κοινωνική ομάδα των παιδιών και το παιχνίδι στην αυθόρμητη εκδοχή του. Η επιλογή αυτή, βασίζεται κυρίως,  στις εκφράσεις που λαμβάνει χωρικά η περιθωριοποίηση των παιδιών και του παιχνιδιού από το δημόσιο χώρο και στη δυναμική που μπορεί να προκύψει απο την ανάγνωσή τους ως κίνηση ανατρεπτική και μετασχηματιστική. Η προοπτική αυτή, διακρίνεται, αφενός, στην εγγενή σχέση τους και στον τρόπο με τον οποίο η κάθε μια αποτελεί δομικό στοιχείο κατανόησης και προσδιορισμού της άλλης, αφετέρου, στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε μιας ξεχωριστά, είτε ως προς τη θεωρητική τους ανάλυση, είτε ως προς την έντονη σχέση τους με το χώρο.

Το παιχνίδι αποτελεί για τα παιδιά το πιο κοινά αποδεκτό μέσο έκφρασης
και ταυτόχρονα τα παιδιά αποτελούν για το παιχνίδι το βασικό εκφραστή. Υπάρχουν αλληλένδετα και αλληλοεξαρτώμενα, σε ένα δικό τους ενδιάμεσο περιβάλλον, το οποίο όμως δεν ταυτίζεται με το δημόσιο χώρο του αστικού ιστού.

Η κάθε μια από αυτές τις παραμέτρους, όπως έχει μελετηθεί και αναλυθεί από τους κλάδους της κοινωνιολογίας, της αναπτυξιακής ψυχολογίας ή της φιλοσοφίας, καθώς και η πολιτική που συνοδεύει την αντιμετώπισή της, ως υποδεέστερο και όχι κυρίαρχο συστατικό της δημόσιας σφαίρας, συγκεντρώνει στοιχεία και δεδομένα που τράβηξαν το ενδιαφέρον μας και μας προκάλεσαν να τις διακρίνουμε ως αφετηρίες του συλλογισμού.

Από τη μία, η παιδική ηλικία, αποτελεί για την κοινωνία, τη μοναδική ομάδα που συνοψίζει τη διαχρονική εξελικτική προοπτική της, λόγω του μοναδικού χαρακτηριστικού της να είναι  συγχρόνως αντιπροσωπευτική της παρούσας γενιάς αλλά και της μελλοντικής.1 Για τα παιδιά, τα πάντα είναι ερωτήσεις και αυτή τη θέαση της πραγματικότητας με τη ματιά της άγνοιας, τους αποκαλύπτει και τους επιβάλλει τη γοητεία της εξερεύνησης. Βρίσκονται μετέωρα ανάμεσα στο τώρα και το επόμενο, αποδεσμευμένα από φόρμες συμπεριφοράς και αναγκαιότητας και διαθέτουν πηγαία τη διάθεση αναγνώρισης, κάθε ερεθίσματος και κάθε πληροφορίας, ως αφορμή ενεργοποίησης και δημιουργίας. Βρίσκονται σε μια διαρκή κίνηση επαναπροσδιορισμού. Είναι επομένως εύλογη η αναζήτηση του τρόπου με τον οποίο τα αντιμετωπίζει η κοινωνία και τα εντάσσει, ή όχι, στη ζωή της.2 Η Frönes συνοψίζει τον τρόπο θεώρησης της παιδικής ηλικίας σήμερα, λέγοντας ότι, παρά το γεγονός ότι οι ενήλικες καθορίζονται από την κοινωνική τάξη (με την τάξη, να σημαίνει τόσο την κοινωνική διαστρωμάτωση, όσο και την αυστηρή κοινωνική οργάνωση), τα παιδιά παρέχουν ζωντανά παραδείγματα των πραγματικών περιθωρίων αυτής της κανονικότητας, της πιθανής αστάθειάς της και στην πραγματικότητα, της ενδεχόμενης καταστροφής της.3

Το αυθόρμητο παιχνίδι από την άλλη, όπως έχει διατυπωθεί από τους μελετητές του, εμπεριέχει την αμφισβήτηση των επιβαλλόμενων, των δεδομένων, των στάσιμων εικόνων, σε μια προσπάθεια προσέγγισης του άγνωστου ή του δύσκολα προσβάσιμου.4 Αποτελεί, θεσμό παραβίασης της πραγματικότητας, αφού προϋποθέτει την ύπαρξή της, για να διαμορφωθεί, να συντάξει τα όρια και τους κανόνες του και να αναπτυχθεί, παράλληλα όμως οι δομές του την αναιρούν.5 Το αυθόρμητο παιχνίδι λειτουργεί ανατρεπτικά, αφού δεσμεύει αυτόν που συμμετέχει, να φανταστεί κάτι άλλο από αυτό που ο χώρος του επιβάλλει, να τον αμφισβητήσει και να τον επανασυνθέσει. Όπως το έχει ερμηνεύσει ο Colin Ward, αποτελεί  τρόπο διαταραχής της μονολειτουργικότητας, μέσο  διάσπασης ορίων και επαναπροσδιορισμού εννοιών, μορφή διαμαρτυρίας των παιδιών απέναντι στον κυρίαρχο κόσμο των ενηλίκων.

Τα παιδιά κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού τους μεταλλάσσουν το χώρο, επεμβαίνουν σε αυτόν νοητικά και τον αναδιατάσσουν. Το παιχνίδι συμβαίνει σε έναν χώρο άλλο από αυτόν που βλέπουν,  αλλά και σε αυτόν, την ίδια στιγμή. Αυτή η αντίφαση είναι που δημιουργεί όλη τη δυναμική της σχέσης παιδιού – παιχνιδιού – χώρου, οδηγώντας τη φαντασία να γίνει αρωγός μιας νέας αντιμετώπισης της ανάγνωσης και αποκωδικοποίησης του χώρου. Όμως τα παιδιά δεν παίζουν στην πόλη, αλλά αποκόπτονται από αυτή, δημιουργώντας έτσι, χάσμα στην αναζήτηση της δυνατότητας υλικής έκφρασης αυτής  της ανάγνωσης.

Μελετάμε, λοιπόν και πάλι την πόλη. Προσπαθούμε να αναγνωρίσουμε τα χαρακτηριστικά του δημόσιου χώρου, τις παγιωμένες μορφές του, την έκτασή και την ισχύ τους σε επίπεδα που επικαλύπτονται. Αναζητούμε τα σημεία που ξεφεύγουν από αυτή τη λειτουργιστική κανονικότητα και μπαίνουν στη σφαίρα του ενδιάμεσου. Στο όριο του υπαρκτού και του φανταστικού, εκεί που αποτυπώνονται τα ίχνη, αποκαλύπτονται η γοητεία και το μυστήριο της αστικότητας και τα κατώφλια αφήνουν το περιθώριο στην κυκλική ροή της δράσης να συνεχίζεται αενάως. Διότι αυτοί οι χώροι είναι οι πρώτοι που μπορούν δυνητικά να παραλάβουν την κίνηση και την ελευθερία του παιδικού παιχνιδιού, αφού και οι ίδιοι αναζητούν την ταυτότητά τους.


No comments :

Post a Comment

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...