Τα Νερά της Πόλης











#θέμα : Το Εύρος του Ορίου - Κεραμεικός
#φοιτητές : Παπαδοπούλου Δ., Χατζηστεφάνου Ο.
#διδάσκοντες: Κούρκουλας Α., Μάρη Ι.
#χρονολογία: 2011
#μάθημαΑρχιτεκτονική Σύνθεση 6
#σχολή/τμήμα: Ε.Μ.Π. Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών


Ο αρχαιολογικός χώρος του Κεραμεικού αποτελεί ένα μικρό τμήμα της αρχαίας πόλης των Αθηνών. Η σημερινή του μορφή μέσα στον αστικό ιστό της σύγχρονης πόλης είναι αυτή ενός ιδιαίτερα κλειστού σχήματος, αυτόνομου ως προς τα χαρακτηριστικά του. Έτσι, η έκταση που περιλαμβάνεται μέσα στο όριο του Κεραμεικού παρουσιάζει έντονες διαφορές από την περιοχή με την οποία γειτνιάζει κυρίως ως προς την τοπογραφία του αλλά και ως προς τον φυσικό του πλούτο, τις χαράξεις του, τις οπτικές φυγές, τον δομημένο χώρο, τους άξονες κίνησης κλπ. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά εμφανίζονται και εξαφανίζονται απότομα εντός του κλειστού ορίου και διαχωρίζονται έντονα από εκείνα της περιμετρικής αστικής ζώνης.

Στη σημερινή του μορφή ο αρχαιολογικός χώρος οριοθετείται από έναν αναλημματικό τοίχο ο οποίος συγκρατεί τις εδαφικές μάζες που προκύπτουν από την υψομετρική διαφορά των χρονικών φάσεων της πόλης. Αντιλαμβανόμαστε τον αναλημματικό αυτό τοίχο ως μία «μεμβράνη» που δέχεται τις έντονες πιέσεις του αστικού ιστού. Συγκεκριμένα, η προτεινόμενη διαμόρφωση εντοπίζει το ενδιαφέρον της στο όριο της οδού Ερμού και στην σχέση που αυτό αναπτύσσει με το τμήμα της πόλης που βρίσκεται στην περιοχή του Θησείου. Επάνω σε αυτόν τον άξονα -ο οποίος μέσα στο εύρος του περιλαμβάνει και τις γραμμές του τραίνου- αναζητήθηκαν τρόποι σύνδεσης των δύο διαφορετικών συνθηκών που αναπτύσσονται εκατέρωθεν.

Η σύνδεση του αστικού ιστού με τον αρχαιολογικό χώρο αντιμετωπίστηκε ταυτόχρονα και ως στοιχείο εκτόνωσης των έντονων πιέσεων που δέχεται η «μεμβράνη». Για τον λόγο αυτό, τα στοιχεία σύνδεσης που προτείνονται αναπτύσσονται κάθετα στο όριο, το οποίο και διατρυπούν μεταφέροντας τις ροές κίνησης της πόλης μέσα στο αρχαίο τμήμα.

Τα σημεία διαμόρφωσης επιλέγονται στις προεκτάσεις των χαράξεων του ρυμοτομικού σχεδίου της περιοχής του Θησείου. Ο σχεδιασμός τους βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό και στην διαπίστωση ότι η διέλευση των τραίνων αποτελεί ουσιαστικά το σκληρό και αδιαπέραστο όριο που αποκόπτει πλήρως την επαφή των κατοίκων με τον αρχαιολογικό χώρο. Για τον λόγο αυτό επιλέχθηκε η υπέρβαση του ορίου να πραγματοποιηθεί μέσω υπόγειων διαβάσεων, γεγονός που δεν αποσκοπεί τόσο στην πρακτική διευκόλυνση της πρόσβασης στον αρχαιολογικό χώρο αλλά στην νοηματική σύνδεση των δύο κόσμων μέσα από μία βιωματική εμπειρία. Η μετάβαση από την γειτονιά του Θησείου στον χώρο του Κεραμεικού είναι μία μετάβαση από την σύγχρονη στην αρχαία πόλη και ταυτόχρονα το πέρασμα από τον κόσμο των ζωντανών στον κόσμο των νεκρών.

Οι τρεις καταβάσεις ξεκινούν από την οδό Επταχάλκου και καταλήγουν σε υπόγειες στοές οι οποίες διέρχονται κάτω από τις γραμμές των τραίνων για να ξεχυθούν τελικά μέσα στον αρχαιολογικό χώρο. Συγκεκριμένα, τοποθετούνται στις προεκτάσεις των οδών Αμφικτύονος, Ακταίου και Εφεστίων και οριοθετούνται από δύο ισχυρά πλευρικά τοιχώματα τα οποία τέμνουν απότομα το πρανές που βρίσκεται βόρεια της οδού Επταχάλκου. Δημιουργούνται έτσι τρεις σχισμές στο έδαφος, τρία αυλάκια που διοχετεύουν τα νερά της σύγχρονης πόλης μέσα στον Κεραμεικό.

Σε κάθε μία από τις καταβάσεις που υλοποιούνται διαμορφώνεται μία συνεχής κλίμακα. Έτσι, ο επισκέπτης βυθίζεται σταδιακά ανάμεσα στα δύο μεταλλικά τοιχώματα, σε έναν χώρο εσωστρεφή και απομονωμένο, αποκόπτοντας ολοένα και περισσότερο την επαφή του με την σύγχρονη πόλη. Οι οπτικές φυγές αποκόπτονται απότομα και το βλέμμα κατευθύνεται με σαφήνεια προς την πορεία κατάβασης. Τα πλευρικά τοιχώματα εμφανίζουν κλίση προς τα μέσα ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την εσωστρέφεια του χώρου. Η μεγάλη συνεχής κλίμακα οδηγεί με την σειρά της σε μία στοά η οποία συνεχίζει την πορεία κάτω από τις γραμμές του τραίνου και οδηγεί κατευθείαν μέσα στον αρχαιολογικό χώρο.

Τόσο τα τοιχώματα όσο και οι υπόλοιπες επιφάνειες της προτεινόμενης διαμόρφωσης είναι από οξειδωμένο χάλυβα.

ΦΩΣ
Η κλειστότητα του χώρου εντείνεται σημαντικά με τον περιορισμό του φυσικού φωτός. Ο οξειδωμένος χάλυβας απορροφά το φώς εμποδίζοντας την διάχυσή του και εξαφανίζοντας τις σκιές και υπό ορισμένες συνθήκες τις ακμές των σχημάτων. Αντίθετα το βράδυ, η επιμήκης κλίμακα φωτίζεται με τεχνητό κρυφό φωτισμό ο οποίος τοποθετείται στο δάπεδο και κάτω από τα σκαλοπάτια, δίνοντας την αίσθηση ότι η σκάλα αιωρείται.


ΝΕΡΟ
Οι χώροι των καταβάσεων αλληλεπιδρούν με το νερό με ποικίλους τρόπους. Έτσι, κατά την διάρκεια της βροχής τα νερά έχουν την δυνατότητα να απορρέουν κάτω από τις μεταλλικές επιφάνειες που διαμορφώνονται πλευρικά της μεγάλης κλίμακας. Επιπλέον, στο τέλος της κεντρικής κλίμακας η πορεία συνεχίζεται επάνω σε έναν στενό διάδρομο, εκατέρωθεν του οποίου το δάπεδο εμφανίζεται ελαφρώς βυθισμένο. Έτσι, όταν βρέχει δημιουργούνται δύο υδάτινες επιφάνειες σε επαφή με την κεντρική πορεία. Η γεωμετρία αυτή συνεχίζεται και κάτω από τις γραμμές του τραίνου μέχρι την έξοδο στον αρχαιολογικό χώρο. Οι υδάτινες επιφάνειες που σχηματίζονται με τα νερά της βροχής δίνουν μέσω της αντανάκλασης μία αίσθηση έντονου βάθους προς τα κάτω.



ΗΧΟΣ
Καθεμία από τις τρεις διαδοχικές καταβάσεις, λόγω γεωμετρίας, αποτελεί ένα είδος ηχείου, το οποίο πολλαπλασιάζει και παραμορφώνει τους ήχους που προσλαμβάνει. Επιπλέον, όλες οι μεταλλικές επιφάνειες στηρίζονται σημειακά ώστε να συμπεριφέρονται σαν μεμβράνες που παράγουν ήχο κάθε φορά που δονούνται. Έτσι, το πέρασμα ενός ανθρώπου ή μία δυνατή βροχή δίνει και το αντίστοιχο ηχητικό αποτέλεσμα μέσα στον χώρο κατάβασης προς τον Κεραμεικό. Επιπλέον, το πέρασμα των τραίνων σε πολύ κοντινή απόσταση μπροστά από τις σχισμές των καταβάσεων δημιουργεί έντονο ήχο «τραντάζοντας» όλη την κατασκευή.


#subject : The range of the limit - Kerameikos
#students :  Papadopoulou D., Chatzistefanou O.
#professors: Kourkoulas A., Mari I.
#year : 2011
#course : Architectural Synthesis 6
#school/department : National Technical University of Athens-School of Architecture



The archaeological site of Kerameikos is a small part of the ancient city of Athens. Its present form within the urban fabric of the modern city is that of a very closed shape, autonomous as to its characteristics. Thus, the area included within the boundary of Kerameikos presents great differences from the neighboring area mainly as far as topography, but also as its natural wealth, alignments, viewports, built environment, circulation axes etc are concerned. All these features appear and disappear abruptly within the closed boundary and are sharply separated from those of the peripheral urban zone.


In its current form the archaeological site is bordered by a retaining wall that holds the land masses resulting from the altitudinal difference between chronological phases of the city. We consider this retaining wall as a "membrane" that accepts the intense pressure of the urban fabric. Specifically, the proposed development concentrates its interest upon the limit of Ermou and the relationship that is developed with the part located in the area of Thisseio. On this axis -which in its range includes the railway lines- are sought ways to connect the two different conditions developed on both sides.

The connection of the urban fabric with the archaeological site is addressed at the same time as an element of relief of the intense pressures on the 'membrane'. For this reason, the connection elements suggested are developed vertically with the boundary, which is penetrated transferring the traffic city flows into the ancient part.

The configuration points are selected on the extensions of the alignments of town planning in the region of Thisseio. Their design was based largely on the finding that the passage of trains is essentially a solid and impenetrable limit that cuts fully off the contact between the residents and the archaeological site. For this reason the threshold is exceeded through subways. This decision aims rather at the connection between the two worlds through a personal experience than the facilitation of the access to the archaeological site. The transition from the neighborhood of Thisseio at the area of Kerameikos is a transition from the modern to the ancient city and at the same time a passage from the world of the living to the world of the dead ones.

The three descents begin from Eptachalkou Str. and end up in underground tunnels that pass under the railway lines to eventually spill off into the archaeological site. Specifically, they are placed on the extensions of Amphictyon, Aktaiou and Ephestion Str. and bounded by two strong sidewalls that cut sharply the slope located north of the Eptachalkou Str. So, three slots are created on the ground, three grooves that channel the water of the modern city into Kerameikos area.

In each of the implemented descents a continuous scale is formed. Thus, the visitor gradually immerses between the two metal walls, in an introspected and isolated area, cutting  οφφ more and more the contact with the modern city. The viewports are sharply trimemd and the gaze is clearly directed towards the path downhill. The side walls are inwardly inclined enhancing further the spatial introversion. The large continuous scale leads in turn to a tunnel which continues under the railway lines and leads directly into the archeological site.

Both the walls and the remaining surfaces of the proposed configuration are made from oxidized steel.

LIGHT
The  closure of the space intensifies significantly  by the reduction of the natural light. The oxidized steel absorbs light preventing diffusion and eliminating shadows and, under certain conditions, the edges of shapes. Unlike the evening, the elongated scale is illuminated with artificial backlight which is placed on the floor and bentath the stairs, giving the impression that the ladder is suspended.

WATER
The areas of descent interact with water in various ways. Thus, during rain, water is capable of flowing down from the metal surfaces that are formed laterally of the major staircase. Furthermore, at the end of the central staircase, the path continues onto a narrow corridor, both sides of which the floor is slightly submerged. So, when it rains, two water surfaces are created in contact with the main course. This geometry continues beneath the railway lines till the exit from the site. The body of water formed by rainwater gives through glare a feeling of great deepness.

SOUND
Each of the three successive descents consists, due to geometry, a kind of sound-box, which multiplies and disfigures the incoming sounds. Moreover, all the metal surfaces are locally supported in order to behave like membranes that produce sound whenever they vibrate. Thus, the passage of a human or a strong rain gives the corresponding sound effect in the area downhill to the Kerameikos. Moreover, the passage of the trains at close distance in front of the slots creates an intense sound ‘shaking’ the whole construction.




















No comments :

Post a Comment

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...